Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΑΡΘΡΑ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΑΡΘΡΑ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Κυριακή 23 Απριλίου 2023

Η μαγεία του παλιού ελληνικού κινηματογράφου

 Η μαγεία του παλιού ελληνικού κινηματογράφου

Είτε ασπρόμαυρες είτε έγχρωμες οι ταινίες του ΄50 και του ΄60, ιδιαίτερα οι κωμωδίες, είναι στην καρδιά μας. Τις βλέπουμε και τις ξαναβλέπουμε. Από γενιά σε γενιά. Είναι κλασικές όπως όλα τα δημιουργήματα που αντέχουν στο χρόνο. Νοσταλγία για μια εποχή που χάθηκε; Ή μήπως αναζήτηση της ταυτότητας μιας κοινωνίας πολύ διαφορετικής από τη σημερινή αλλά ταυτόχρονα και πολύ κοντινής.

Πώς το λέει ο στίχος του Νίκου Παπάζογλου:«Όλα τριγύρω αλλάζουνε κι όλα τα ίδια μένουν…»

Η Ελλάδα του ΄50, του ΄60… η Ελλάδα του 2023. Ο κινηματογράφος, έτσι κι αλλιώς, είναι αντανάκλαση της κοινωνικής πραγματικότητας αλλά και ιδεών, αξιών, συναισθημάτων, κυρίαρχων αντιλήψεων της εποχής του. Τι χάθηκε, τι άλλαξε; Ας  δούμε τις ταινίες πιο προσεκτικά  κι ας αναζητήσουμε τα στοιχεία  που μας προκαλούν το ενδιαφέρον, μας συγκινούν, μας εκπλήσσουν, μας οδηγούν σε σκέψεις και συγκρίσεις με το παρόν και τις καταστάσεις που βιώνουμε. Ας αφουγκραστούμε τη «φωνή» τους. Είναι πάντα τόσο ζεστή και οικεία!

Η κοινωνική και πολιτική πραγματικότητα. Τα κακώς κείμενα.

 

Η κοινωνική και πολιτική πραγματικότητα. Τα κακώς κείμενα.

 Η κοινωνική και πολιτική πραγματικότητα αναπαράγεται μέσα από τα κακώς κείμενα και θεωρούμε πως παρουσιάζεται περίτρανα μέσα από αυτές τις τρεις ταινίες της δεκαετίας του ‘50 - ‘60. Η διαφθορά αλλά και η διεφθαρμένη αντίληψη των ανθρώπων μέσα από την προβολή των ταινιών αυτών, σε κάνουν, τάχιστα, να συνειδητοποιήσεις πως η Ελλάδα αυτών των δεκαετιών όχι μόνο δε διαφέρει σε σχέση με τις απόψεις και τη βούληση των ανθρώπων, αλλά παραμένει η ίδια ακόμη και σήμερα. Λαμβάνοντας περιληπτικά μερικά παραδείγματα μέσα από αυτές τις τρεις αντιπροσωπευτικές ταινίες, θα κάνουμε μερικές συγκρίσεις και θα διαπιστώσουμε πως ίσως τελικά μονάχα εδώ να μην ταιριάζει η έκφραση «κάθε πέρυσι και καλύτερα», γιατί, όπως βλέπουμε και από τα γεγονότα των ημερών μας, «όλα τριγύρω αλλάζουνε και όλα τα ίδια μένουν». Στις τρείς αυτές ταινίες θα μελετήσουμε τη διαφθορά των ανθρώπων σε σχέση με τον δημόσιο τομέα και όχι μόνο.

 

«Φωνάζει ο κλέφτης»

 Αρχικά, με την ταινία «Φωνάζει ο κλέφτης» του 1965 σε σκηνοθεσία Ανδρέα Ανδρεαδάκη και σενάριο Γιάννη Δαλιανίδη, βλέπουμε τη διαφθορά στον δημόσιο τομέα και τις διάφορες καταχρήσεις που γίνονταν, γίνονται και, αν δεν αλλάξουν ριζικά οι αντιλήψεις των ανθρώπων στην ελληνική κοινωνία, θα γίνονται. Με μία γρήγορη ματιά στην ταινία συμβαίνουν τα εξής: το πορτοφόλι του απόστρατου στρατηγού Καραλέοντα, νυν διευθυντού μεγάλου Δημόσιου Οργανισμού, πέφτει κατά λάθος στα χέρια του φτωχού πλην τίμιου υπαλλήλου Τίμου. Ο Τίμος επιχειρεί να επιστρέψει το πορτοφόλι στον ιδιοκτήτη του  και τελικά του το παραδίδει. Ο στρατηγός ενθουσιάζεται με την τιμιότητα του Τίμου και τον προσλαμβάνει ως λογιστή. Ο Τίμος έχει χάσει πολλές φορές τη δουλειά του γιατί ανακαλύπτει παντού κομπίνες. Και αυτή τη φορά, στην έρευνα που κάνει στα λογιστικά βιβλία του Οργανισμού, θα ανακαλύψει ότι ο κουνιάδος του στρατηγού, που έχει μια σημαντική θέση χάρη στο γαμπρό του, κλέβει συστηματικά. Η αδελφή του και γυναίκα του στρατηγού το γνωρίζει και τον καλύπτει. Όταν ο Τίμος επιχειρεί να ενημερώσει το στρατηγό, ο κλέφτης κουνιάδος του θα κατηγορήσει τον Τίμο ως αναρχικό και εχθρό του καθεστώτος και  ο αθώος Τίμος θα κλειστεί στη φυλακή. Ευτυχώς, στο τέλος, η αλήθεια αποκαλύπτεται, ο κλέφτης συλλαμβάνεται και ο Τίμος αποφυλακίζεται.

                                            


        

«Ένας ήρωας με παντούφλες»  

 Στην ταινία «Ένας ήρωας με παντούφλες» του 1958 σε σκηνοθεσία και σενάριο του Αλέκου Σακελλάριου βλέπουμε το φαινόμενο της κατάχρησης χρημάτων, της απάτης και της απόκτησης της λεγόμενης «μίζας». Αναλυτικότερα, ο απόστρατος στρατηγός Λάμπρος Δεκαβάλλας, ήρωας του πολέμου, που ζει φτωχικά πλην όμως έντιμα με τη γυναίκα του Ειρήνη και την κόρη του Πόπη, δέχεται την επίσκεψη του μέλλοντα γαμπρού του, ο οποίος του ανακοινώνει ότι σκοπεύει να ξενιτευτεί στην Αυστραλία, για να βγάλει λεφτά και να παντρευτεί την Πόπη. Την ίδια μέρα, ο Δεκαβάλλας δέχεται και την επίσκεψη του εξαδέλφου του Απόστολου, ο οποίος τον πληροφορεί ότι η πατρίδα, για να τον τιμήσει, αποφάσισε να αναγείρει τον ανδριάντα του, στη μικρή πλατεία μπροστά στο σπίτι του. Ωστόσο, την ημέρα των αποκαλυπτηρίων, η Πόπη αντιλαμβάνεται ότι η Τζένη, η κόρη του Απόστολου, σκοπεύει να παντρευτεί τον μνηστήρα της, πνίγει όμως τα δάκρυά της για να μη στενοχωρήσει τον πατέρα της, ο οποίος πλέει σε πελάγη ευτυχίας. Γρήγορα, όμως, ο καλοκάγαθος στρατηγός αντιλαμβάνεται ότι η υπόθεση του ανδριάντα δεν ήταν παρά μια ακόμα κομπίνα για να φαγωθούν κρατικά χρήματα και αποκαλύπτει όλους τους προικοθήρες και τους απατεώνες.

                                                     


 

«Υπάρχει και φιλότιμο»

 Τέλος, μέσα από την ταινία «Υπάρχει και φιλότιμο» του 1966 με σκηνοθέτη και σεναριογράφο ξανά τον Αλέκο Σακελλάριο, η οποία αποτέλεσε και την αγαπημένη της ομάδας μας, βλέπουμε για ακόμη μία φορά τις καταχρήσεις μερικών ανθρώπων, που εκμεταλλεύονται τη σχέση τους με την εξουσία  και κερδίζουν με κομπίνες και μίζες χρήματα από το δημόσιο. Έτσι, λοιπόν, έχουμε μία από τις λίγες ελληνικές ταινίες που σατιρίζουν εύστοχα την εκλογική διαδικασία και τα συμφραζόμενά της στη χώρα μας. Ο υπουργός Ανδρέας Μαυρογιαλούρος, αποκομμένος εντελώς από τα προβλήματα των απλών ανθρώπων της επαρχίας, με αφορμή τα εγκαίνια ενός μαιευτηρίου, επισκέπτεται το χωριό της εκλογικής του περιφέρειας, την Πλατανιά. Μετά από ένα ατύχημα, διαπιστώνει τη δυσαρέσκεια των ψηφοφόρων του αλλά και τις απάτες των συνεργατών του. Αποφασίζει λοιπόν να παραιτηθεί από την κυβέρνηση και να βάλει τάξη στη ζωή του, ξεκινώντας από τη χαρτοπαίχτρα γυναίκα του και την ελαφρόμυαλη κόρη του.

 


 

Στις ταινίες αυτές, η ομάδα μας ξεχωρίζει μερικά από τα ακόλουθα στοιχεία:

1.      Οι πελατειακές σχέσεις. Το κράτος ήταν σχεδόν ο μοναδικός σταθερός εργοδότης. Αναπτύχθηκε έτσι μια σημαντική πίεση, η οποία τροφοδότησε το πελατειακό σύστημα. Πολλοί πολιτικοί «εξαγόραζαν» ουσιαστικά τις ψήφους των συμπολιτών τους μέσω του διορισμού μελών της οικογενείας τους στο δημόσιο. Ο όρος πελατειακό παραπέμπει στην μεταχείριση του ψηφοφόρου σαν «πελάτη» του πολιτικού.

 

2.      Παρασιτική νοοτροπία. Αποτέλεσμα αυτής της οικονομικής, κοινωνικής και πολιτικής δομής ήταν να αναπτυχθεί σε ένα μεγάλο τμήμα του πληθυσμού γενικευμένη αντιπαραγωγική και παρασιτική νοοτροπία, δηλαδή να αναζητεί τρόπους απόκτησης εισοδήματος χωρίς να προσφέρει το ανάλογο προϊόν ή υπηρεσία. Τα παραπάνω χαρακτηριστικά έχουν οδηγήσει σε φαινόμενα όπως:

 

·       Η παραοικονομία. Δίπλα στην επίσημη και φανερή οικονομική δραστηριότητα - αυτή που δηλώνεται στις φορολογικές αρχές - υπάρχει και μια άλλη, αφανής οικονομική δραστηριότητα. Το μέγεθός της είναι σημαντικό και βαίνει αυξανόμενο ή μειούμενο ανάλογα με τη στάση του κράτους απέναντι στη φοροδιαφυγή. Δυστυχώς, πέρα από τα έσοδα που χάνει το κράτος, δημιουργείται και έντονο αίσθημα αδικίας στους φορολογικά συνεπείς πολίτες

 

·       Η υποβάθμιση της πολιτικής. Τα τελευταία χρόνια έχει παρατηρηθεί - όχι μόνο στην Ελλάδα - η υποβάθμιση της πολιτικής εξουσίας (πρωθυπουργός, κοινοβούλιο κτλ.) σε σχέση με την οικονομική εξουσία (επιχειρηματίες, πολυεθνικές επιχειρήσεις, τράπεζες κτλ.). Επιπλέον, η οικονομική εξουσία επηρεάζει σημαντικά την πολιτική εξουσία. Η κυριαρχία της οικονομίας επί της πολιτικής είναι ένα από τα σημαντικότερα προβλήματα της σύγχρονης δημοκρατίας.

 

·       Η προβληματική λειτουργία των θεσμών. Ένα παράδειγμα προβληματικής λειτουργίας είναι η τυπολατρεία - νομολατρεία. Η επιμονή στον τύπο και όχι στην ουσία έχει ως αποτέλεσμα η συζήτηση ή σύγκρουση να γίνεται για τη διαδικασία και όχι για το περιεχόμενο, ο τύπος να πνίγει την ουσία, το ενδιαφέρον από τα ουσιώδη να μετατίθεται στα επουσιώδη. Σχεδόν για τα πάντα χρειάζεται νόμος. Και σε μια εποχή που πολλά πρέπει να ρυθμιστούν και που πολλά συνεχώς αλλάζουν, το αποτέλεσμα είναι η πολυνομία. Αν προστεθούν η έλλειψη προγραμματισμού και οι ρουσφετολογικές ρυθμίσεις, τότε γίνεται λόγος για βιομηχανία νόμων. Αυτό το φαινόμενο όμως δε βοηθά στην καλή λειτουργία της κοινωνίας και της πολιτείας. Έτσι, μάλλον δικαιολογημένα υπάρχει η αίσθηση ότι οι νόμοι υπάρχουν μόνο για τους οικονομικά και κοινωνικά αδύναμους, ενώ οι οικονομικά και πολιτικά ισχυροί κατορθώνουν να ξεφεύγουν. Τέλος, η έλλειψη προγραμματισμού εμποδίζει τη χώρα να έχει ένα μακρόπνοο και μακροχρόνιο σχέδιο για την οικονομία, την εκπαίδευση, τις υπηρεσίες υγείας κτλ. Επικρατεί η εντύπωση ενός «ράβε ξήλωνε» καθώς κάθε υπουργός και κάθε κυβέρνηση ακυρώνει, συχνά, ορισμένα από τα πεπραγμένα των προηγούμενων.


Θεωρούμε πως οι ταινίες αυτές είναι διαχρονικές και απόλυτα αντιπροσωπευτικές της Ελλάδας του τότε αλλά δυστυχώς και του σήμερα, διότι, ρίχνοντας μια γρήγορη ματιά στο παρελθόν, διαπιστώνουμε κάλλιστα πως η διαφθορά των ανθρώπων, όχι μόνο σε σχέση με το δημόσιο αλλά και με μια πιο γενική ματιά ως προς την αντίληψη των πολιτών και τις πεποιθήσεις των Ελλήνων, παραμένει ίδια και απαράλλαχτη.

 

Κριθιώτης Ευθύμης, Νικόπουλος Τάσος, Ποδιώτης Χρήστος, Σαγίρογλου Ζήσης, Τσισμαλίδης Αλέξανδρος

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Οικογενειακά ήθη και έθιμα. Η ιδιαιτερότητα της ελληνικής οικογένειας



Οικογενειακά ήθη και έθιμα. Η ιδιαιτερότητα  της ελληνικής οικογένειας.

«Δεσποινίς … ετών 39»

 Η πρώτη ταινία που παρακολουθήσαμε ήταν η Δεσποινίς…ετών 39, μια δραματική κομεντί του 1954 σε σκηνοθεσία του Αλέκου Σακελλάριου και σενάριο του ίδιου και του

Χρήστου Γιαννακόπουλου. Η υπόθεση βασίζεται σε ένα  κλασικό οικογενειακό θέμα εκείνης της εποχής. Ο αδελφός, ο Τηλέμαχος Καραντάρης, δεν μπορεί να παντρευτεί αν δεν αποκαταστήσει πρώτα την αδελφή του, τη Χρυσάνθη. Το πρόβλημα που αντιμετωπίζει είναι ότι δεν βρίσκει με ποιον να την παντρέψει , καθώς έχει φτάσει σε μεγάλη ηλικία και είναι δύσκολο να βρει γαμπρό. Γι’ αυτό τον λόγο,  με τη συμβουλή και βοήθεια ενός φίλου του, γράφει μια αγγελία στην οποία παρουσιάζει την αδελφή του ως 39 ετών με σκοπό να κρύψει την πραγματική της ηλικία και τονίζει ως δέλεαρ τα περιουσιακά της στοιχεία. Δυστυχώς, μια σειρά συμπτώσεων θα ανατρέψει τα σχέδιά τους και οι υποψήφιοι γαμπροί θα ζητήσουν σε γάμο την εξαδέλφη τους αλλά και την αρραβωνιαστικιά του Τηλέμαχου. Τα δυο αδέλφια μένουν στο τέλος μόνα και ανύπαντρα.  Η ταινία αυτή μας δείχνει τις διαφορές που είχαν οι οικογένειες του τότε και του σήμερα. Το γεγονός ότι για να παντρευτεί ο αδελφός πρέπει πρώτα να αποκαταστήσει την αδελφή του είναι κάτι που δεν συμβαίνει σήμερα. Επίσης, τις γυναίκες που είναι παντρεμένες τις αποκαλούσαν κυρίες και αυτές που δεν είχαν παντρευτεί δεσποινίδες ανεξάρτητα από την ηλικία τους. Παράλληλα με τις διαφορές, υπάρχει και μια ομοιότητα που δεν μπορούμε να παραλείψουμε. Η αδελφική αγάπη που συναντάται και τότε και σήμερα είναι πολύ σημαντική, καθώς τα αδέλφια στηρίζουν το ένα το άλλο σε κάθε δυσκολία ακόμα και αν πρέπει να στερηθούν κάτι πολύτιμο.



«Μερικοί το προτιμούν κρύο» 

 Η επόμενη  ταινία μας ήταν το Μερικοί το προτιμούν κρύο. Μία μουσική κωμωδία του 1963, της Φίνος Φιλμ, σε σενάριο και σκηνοθεσία του Γιάννη Δαλιανίδη. Η ταινία αυτή μας εκφράζει με έναν πολύ ευχάριστο και χιουμοριστικό τρόπο τα οικογενειακά ήθη και έθιμα εκείνης της εποχής, προβάλλοντας τις παραδόσεις του γάμου που καλούνταν όλοι να ακολουθήσουν, μέσα από μία οικογένεια με τρεις κόρες και έναν γιο. Το μεγάλο πρόβλημα  της  μικροαστικής αυτής οικογένειας ήταν το πώς θα παντρέψει τα κορίτσια της. Το πρόβλημα είναι ακόμα μεγαλύτερο, καθώς η μεγαλύτερη αδελφή έχει τα χρονάκια της και  αργεί να παντρευτεί, με αποτέλεσμα να καθυστερεί τους γάμους και των υπολοίπων και κυρίως του αδελφού της, του Λάκη, ο οποίος ταλαιπωρεί την αρραβωνιαστικιά του, γιατί οι αρχές του δεν του επιτρέπουν να την παντρευτεί προτού αποκαταστήσει τις τρεις αδελφές του. Το τέλος, βέβαια, είναι ευτυχές για όλους, καθώς παντρεύονται αυτούς που αγαπούν. 


                                                                                                

«Ο Παπατρέχας»                                       

 Η τελευταία ταινία μας ήταν ο Παπατρέχας, μια  κωμωδία του 1966 σε σκηνοθεσία Ερρίκου Θαλασσινού, της οποίας παραγωγός και πρωταγωνιστής είναι ο Θανάσης Βέγγος. Σύμφωνα με την ταινία, ο Πολύδωρος, ένας θυρωρός μιας πολυκατοικίας στην Αθήνα, τρέχει από το πρωί μέχρι το βράδυ για να εξυπηρετεί καθημερινά τους ενοίκους της. Σκοπός του είναι να εξοικονομήσει χρήματα για να παντρέψει τις έξι αδερφές του και τη θεία του με το όνειρο να παντρευτεί και αυτός με τη σειρά του το κορίτσι του, τη Χαρίκλεια. Ο ηρωικός Πολύδωρος με πολλές θυσίες και προσπάθειες θα καταφέρει να βρει τους πολυπόθητους γαμπρούς και να παντρευτεί τελικά τη Χαρίκλεια, που κινδύνευσε να χάσει γιατί τα αδέλφια της ήθελαν να την παντρέψουν με άλλον. Και αυτή η ταινία προβάλλει στοιχεία που μας δείχνουν πόσο διαφορετικά ήταν τα πράγματα εκείνη την εποχή σε σχέση με σήμερα. Το ίδιο θέμα. Ο αδελφός είναι ο προστάτης της οικογένειας και υποκαθιστά τον πατέρα όταν δεν υπάρχει. Είναι υποχρεωμένος με κάθε θυσία να αποκαταστήσει τις αδελφές του και να ελέγχει τις ζωές τους μέχρι να τις παντρέψει. 



     

  Και στις τρεις ταινίες το θέμα είναι κοινό. Στην ελληνική οικογένεια του ’50 και του ’60 οι ρόλοι των μελών είναι συγκεκριμένοι. Ο πατέρας καθορίζει - ή τουλάχιστον επιχειρεί να καθορίσει - τους γάμους των παιδιών του και το αγόρι της οικογένειας βοηθάει τον πατέρα στο ρόλο του. Όταν δεν υπάρχει πατέρας, ο αδελφός αναλαμβάνει την προστασία των κοριτσιών και δεν μπορεί να δημιουργήσει τη δική του οικογένεια εάν δεν παντρέψει την αδελφή ή τις αδελφές του. Στην εποχή μας, τα οικογενειακά ήθη, σίγουρα, έχουν αλλάξει και οι νέοι, αλλά και οι μεγαλύτερης ηλικίας άνθρωποι, κρίνουν διαφορετικά κάποια πράγματα και δεν δίνουν τόση σημασία στο γάμο. Αντιθέτως, προτιμούν να έχουν πιο ελεύθερες σχέσεις ή ακόμα και όταν προκύπτει ο γάμος, θα είναι υπό πιο ήπιες και ελεύθερες συνθήκες. Οι γυναίκες είναι πολύ πιο ανεξάρτητες, επιλέγουν το σύντροφό τους και ασφαλώς ο αδελφός  τους, εάν έχουν, δεν περιμένει να τις παντρέψει για να προχωρήσει στη δική του ζωή.  Πολύ διαφορετική, λοιπόν, η  σύγχρονη ελληνική οικογένεια, πολύ πιο ελεύθερα τα μέλη της να κάνουν τις επιλογές που επιθυμούν αλλά, σίγουρα, και σε σύγκριση με άλλες χώρες, πάντα δεμένη και με στενές σχέσεις αλληλοβοήθειας των μελών της.


 Ελευθερία Κονδυλίδου, Ζήσης Μπιτζίκας, Μαρία Ορφανίδου





 

 

 

 

 


Τρίτη 14 Φεβρουαρίου 2023

Κρύβονται τα μυστικά του φλερτ μέσα σε κανάτες; (Η θεία από το Σικάγο)

 



Κρύβονται τα μυστικά του φλερτ μέσα σε κανάτες;

Το πρώτο κανάτι έπεσε… Και η πρώτη ανιψιά παντρεύτηκε. 

Στην ταινία «Η θεία από το Σικάγο», η Γεωργία Βασιλειάδου, απογειώνοντας τον ρόλο της Καλλιόπης στην ταινία, μας παρουσιάζει μια ιστορία όχι και τόσο συνηθισμένη. Με σκοπό να βρει στις ανιψούλες της άνδρα για να παντρευτούν, ρίχνει σε αυτούς κανάτα. Περίεργο, κι όμως πολύ σοφό. Πώς πήγαιναν λοιπόν οι συζητήσεις στο περίπου;

Θεία- Αχ, χίλια συγγνώμη, βλέπετε έπεσε η κανάτα από τα χέρια της ανιψούλας μου. (Τη ρίξαμε για να μπορέσουμε να σε προσεγγίσουμε και να σου μιλήσουμε)

Ανιψιά- Συγχωρήστε με, κύριε. Δεν το ήθελα, αλήθεια μου ξέφυγε. (Μπράβο θεία, το κόλπο σου πέτυχε!)

Κύριος- Ω, κανένα πρόβλημα, μη στενοχωριέστε, σας παρακαλώ. (Και ποιος δεν συγχωρεί μια όμορφη κοπελίτσα –ειδικά αν δεν είναι δεσμευμένος-; )

Θεία- Α, κύριέ μου, δεν μπορούμε να σας αφήσουμε να πάτε στη δουλειά σας σε τέτοια κατάσταση. Ελάτε πάνω να στεγνώσουμε τα ρούχα σας. (Αν έρθει στο σπιτικό μας μπορεί να ακούσει περισσότερα για την ανιψιά μου και να την ερωτευθεί)

Κύριος- Όχι, παρακαλώ, δεν θέλω να σας γίνομαι κόπος.

Θεία- Τι κόπος, καλέ; Πρέπει να επανορθώσουμε για το λάθος μας, σας παρακαλούμε. (Έλα πάνω, παλληκάρι μου, μη μου κάνεις τη ζωή δύσκολη)

Κύριος- Εντάξει, θα έρθω. Σας ευχαριστώ.

Και που να ήξερε ότι στο σπίτι «έραβαν» το κοστούμι που θα φορούσε στον γάμο με την ανιψιά. Έτσι πάει η ιστορία και για τις υπόλοιπες ανιψιές και μπορούμε να καταλάβουμε πόσο γέλιο ρίχνουμε σε αυτή την ταινία.

Θα μπορούσαμε ποτέ να συγκρίνουμε αυτό που είδαμε στην ταινία με το σήμερα; Θα μπορούσαμε να ρίχνουμε και εμείς κανάτες με σκοπό βρούμε τον γαμπρό ή τη νύφη μας. Λίγο ριψοκίνδυνο, αλλά πέτυχε πόσες φορές στην ταινία. 

Μάλλον, όμως, δεν πρέπει να συγκρίνουμε το «Γεια σου, μήπως θα μπορούσα να έχω το νούμερό/ ίνσταγκραμ σου;» με το «Συγγνώμη, κύριε, που η ανιψιά μου έριξε την κανάτα πάνω σας!» γιατί στο τέλος η αγάπη δεν βρίσκεται στον τρόπο με τον οποίο προσεγγίζουμε ένα άτομο, αλλά με το ποιοι είμαστε στην πραγματικότητα και πόσο κοντά μπορούν να έρθουν οι ψυχές μας. 

Ήταν τυχαίο, λοιπόν, που η ανιψιές βρήκαν τον σύζυγό τους με μια κεραμιδί κανάτα; Ίσως ήταν τυχαίο, ίσως δεν είχαν άλλη επιλογή… ίσως είναι και ταινία!

                                                                                          Σκουρκέα Βασιλεία




Η Συντακτική ομάδα

Κυριακή 5 Φεβρουαρίου 2023

Από το θέατρο στην κινηματογραφική οθόνη

 


Το μεταπολεμικό θέατρο: Η "χρυσή εποχή" της κωμωδίας

 «Το γέλιο το παράγουν ορισμένοι άνθρωποι πολύτιμοι και σπάνιοι. Σπάνιοι και πολύτιμοι σαν τα ρουμπίνια ή τα πουλιά του παραδείσου (…) Εννοώ αποκλειστικά και μόνο τους επαγγελματίες παραγωγούς του γέλιου -  ευθυμογράφους, γελοιογράφους, κωμωδιογράφους, γελωτοποιούς της σκηνής και της οθόνης. Αυτούς που απαρνήθηκαν κάθε άλλον προορισμό στη ζωή τους εξόν από ένα: να τροφοδοτούνε με κέφι, χαρά και αισιοδοξία τους συνανθρώπους τους (…) Το γέλιο που μας προμηθεύουν είναι συνάμα ένα ξύπνημα και μια χειραφέτηση. Χάρη σ΄ αυτούς ωριμάζουμε και πλουτίζουμε, γινόμαστε πιο ενήμεροι και πιο σοφοί σχετικά με τη γύρω μας πραγματικότητα. Με τα μαγικά γυαλιά που μας φοράνε μας δείχνουνε τις ασκήμιες του κόσμου -για να χαρούμε πιο πολύ τις ομορφιές του», γράφει ο  Αλέξης Σολομός στο έργο του Καλή μου Θάλεια ή Περί Κωμωδίας.

 Η κωμωδία, η κωμική τέχνη, στους 26 περίπου αιώνες της ζωής της, είναι κυρίως ο καθρέφτης της καθημερινής ζωής, η εικόνα της κοινωνίας και της εποχής που αντιπροσωπεύει. Στην πιο ανώδυνη μορφή της είναι φάρσα, στην πιο οδυνηρή σάτιρα. Σκοπός της κωμωδίας δεν είναι αποκλειστικά η πρόκληση του γέλιου. Ο προορισμός της είναι να παίρνει γελώντας θέση μάχης, Ακόμα κι όταν δεν πολεμάει συγκεκριμένα πρόσωπα και πράγματα, πάντα με τον τρόπο της κάτι θα σημαδεύει. Ο ευγενής στόχος της, έλεγε ο Σίλλερ, είναι να δημιουργήσει και να διατηρήσει μέσα μας την ελευθερία του πνεύματος.

 Η μεταπολεμική ελληνική θεατρική κωμωδία, που πρωτογνώρισα από τις κινηματογραφικές της διασκευές, αισθανόμουν ότι μου ήταν πάντα κάτι πολύ οικείο, γνώριμο και αγαπητό. Μου προκαλούσε, συχνά, μια μελαγχολία, μια νοσταλγία για μια εποχή που έφυγε. Στη μεταπολεμική φαρσοκωμωδία στο θέατρο και τον κινηματογράφο διαφαίνεται, σε μεγάλο βαθμό, το κλίμα, η ατμόσφαιρα της δεκαετίας του ΄50 και του ΄60, παρά τις απλουστεύσεις και σχηματοποιήσεις που περιέχει. Η κοινωνιολογική προσέγγιση των έργων της οδηγεί σε χρήσιμες και πολύ διαφωτιστικές παρατηρήσεις για την κοινωνία και τους ανθρώπους μιας χρονικής περιόδου, πλούσιας και πυκνής σε γεγονότα και εξελίξεις. Επιπλέον, θεωρούσα την κωμωδία αδικημένη, καθώς υπήρξε για πολλά χρόνια αντικείμενο περιφρόνησης από τους μελετητές και οι δημιουργοί της δέχτηκαν πολλές φορές σκληρή κριτική για τα έργα τους. Ωστόσο, ένα είναι βέβαιο: Η κωμωδία των μεταπολεμικών χρόνων αγαπήθηκε πολύ και έγινε πραγματικά ένα είδος «λαϊκό», με την έννοια της προέλευσης και της αναφοράς στο λαό αλλά και κλασικό, καθώς τα έργα αυτής της περιόδου παίζονται και ξαναπαίζονται στο θέατρο με μεγάλη επιτυχία, βλέπονται και ξαναβλέπονται στις κινηματογραφικές τους διασκευές στην τηλεόραση, χωρίς να χάνουν την αρχική τους φρεσκάδα.

  Το ευθυμογράφημα, η θεατρική κωμωδία και η φαρσοκωμωδία του ελληνικού κινηματογράφου, κυρίως των δεκαετιών του '50 και του '60, ακολούθησαν μια παράλληλη πορεία: Οι ίδιοι άνθρωποι, που ξεκίνησαν γράφοντας ευθυμογραφήματα σε λαϊκά περιοδικά, πέρασαν αργότερα στο χώρο του λαϊκού θεάματος (κωμωδία - επιθεώρηση) και όταν ο κινηματογράφος στη δεκαετία του '50 προσπάθησε να αναπαραγάγει μαζικά αυτά τα θεάματα, οι ίδιοι και πάλι άνθρωποι ασχολήθηκαν τόσο με το γράψιμο των σεναρίων όσο και με τη σκηνοθεσία κινηματογραφικών ταινιών. Τα πρώτα, λοιπόν, μεταπολεμικά χρόνια και ύστερα, αναπτύσσεται μια καινούρια γενιά ευθυμογράφων, οι οποίοι έφεραν στο είδος τη "χρυσή εποχή" του. Οι σημαντικότεροι από αυτούς, ο Δημήτρης Ψαθάς, ο Νίκος Τσιφόρος, ο Πολύβιος Βασιλειάδης, ο Αλέκος Σακελλάριος, ο Παναγιώτης Παπαδούκας, ο Ασημάκης Γιαλαμάς, ο Κώστας Πρετεντέρης, γράφουν σε εφημερίδες και λαϊκά περιοδικά "ποικίλης ύλης" για ένα νέο κοινό, που δημιουργήθηκε από τη μαζική μετακίνηση του πληθυσμού από τα χωριά προς τις πόλεις, ένα κοινό  χωρίς ιδιαίτερες απαιτήσεις. Η ελληνική κοινωνία υφίσταται σημαντικές αλλαγές, που σταδιακά τη μεταμορφώνουν, μέχρι τις αρχές περίπου της δεκαετίας του ΄60 ολοκληρώνεται ο μετασχηματισμός της από κυρίως αγροτική σε αστική. Στις δεκαετίες του ΄60 και του ΄70 ο αστικός μετασχηματισμός έχει ολοκληρωθεί με αποτέλεσμα την αλλαγή του τρόπου ζωής, των ηθών και των κυρίαρχων αντιλήψεων. Oι ευθυμογράφοι ένιωσαν άμεσα την τεράστια κοινωνική αλλαγή που διαδραματιζόταν στην Ελλάδα και απομόνωσαν τις αντιθέσεις που γεννιούνταν ανάμεσα στις παλιές παραδόσεις και στις καινούριες κοινωνικές σχέσεις που δημιουργούνταν στην ελληνική πόλη, διακωμωδώντας τις. Τα θέματά τους είναι όλα παρμένα από την καθημερινή πραγματικότητα. Εξοικειώνονται με τα γλωσσικά ιδιώματα διαφόρων περιθωριακών ομάδων, κοινωνικών ή φυλετικών, και αυτή η εξοικείωση και η γνώση του σφυγμού του "μέσου" αναγνώστη τους οδηγεί αναπόφευκτα στο θέατρο, την επιθεώρηση και τον κινηματογράφο, πλουτίζοντας με τους χυμούς της ζωντανής λαϊκής γλώσσας τις αποστεωμένες φόρμες τους. 

  'Ολα αυτά τα χαρακτηριστικά, θετικά και αρνητικά, περνούν και στο θέατρο και αργότερα στον κινηματογράφο. Ο Ψαθάς, ο Τσιφόρος, ο Σακελλάριος προμήθεψαν με τα γραπτά τους ολόκληρο το νεοελληνικό θέατρο εκείνων των χρόνων, δημιουργώντας την κλασική τρίπρακτη κωμωδία, που στηρίζεται στις συνταγές του γαλλικού μπουλβάρ και του μολιερικού θεάτρου χαρακτήρων. Είναι απλή στη δομή της και για να λειτουργήσει χρειάζεται μόνο δύο πράγματα: 'Εναν ήρωα σε δυσαρμονία με το περιβάλλον του και μία παρεξήγηση για να την ενεργοποιήσει. Η δυσαρμονία στηρίζεται τις περισσότερες φορές σε κάποια ιδιοτυπία του χαρακτήρα του, κάποιο δηλαδή ελάττωμα (ο ήρωας είναι τσιγκούνης, νευρικός, γρουσούζης, ζηλιάρης, γκρινιάρης) ή σε μια κοινωνική οπισθοδρομικότητα (ο ήρωας είναι αυστηρός μπαμπάς ή αδελφός). Η σύγκρουση τελειώνει, συνήθως, με τον πιο ανώδυνο τρόπο και πάντα μέσα στα πλαίσια της αστικής ηθικής.

  Ανεξάρτητα από το αν συμφωνεί ή διαφωνεί κανείς με θετικές ή αρνητικές προσεγγίσεις των κριτικών, υπάρχει μια πραγματικότητα. Τα έργα αυτά καλύπτουν μια μεγάλη περίοδο του νεοελληνικού θεάτρου σε μια ιδιαίτερα ευαίσθητη και κρίσιμη ιστορική συγκυρία, όπου ο κόσμος κουβαλάει τα τραύματα και τις εμπειρίες της Κατοχής και του Εμφυλίου και προσπαθεί να συνέλθει, να ξεφύγει, να εκτονωθεί, να γελάσει. Η παραγωγή είναι μεγάλη και σίγουρα το αποτέλεσμα άνισο. Υπάρχουν σ' αυτήν θαυμάσιες, αριστουργηματικές κωμωδίες, υπάρχουν κάποιες μέτριες κωμωδίες με κάποια καλά στοιχεία, υπάρχουν και  αρκετές ελαφρές φαρσοκωμωδίες, αν δεχτούμε την αξιολογική χρήση του όρου. Είναι γεγονός ότι πολλές απ' αυτές τις κωμωδίες "χρωστούν" το γεγονός ότι θεωρούνται κλασικές στην τύχη που είχαν να παιχτούν από μεγάλους κωμικούς ηθοποιούς και στη μεταφορά και διασκευή αρκετών από αυτές για τον κινηματογράφο. 

  Από τη δεκαετία του '50 κι έπειτα, γίνονται πια θεσμός οι θίασοι ελαφράς κωμωδίας με πρωταγωνιστές μεγάλους ηθοποιούς, που αναδεικνύουν αλλά και συνδιαμορφώνουν τα έργα με το κωμικό τους ταλέντο  και δημιουργούν αξεπέραστους θεατρικούς τύπους: Βασίλης Λογοθετίδης, Βασίλης Αυλωνίτης, Γεωργία Βασιλειάδου, Μίμης Φωτόπουλος, Νίκος Σταυρίδης, Χρήστος Ευθυμίου, Διονύσης Παπαγιαννόπουλος, Λάμπρος Κωνσταντάρας, Νίκος Ρίζος, Ντίνος Ηλιόπουλος, Γιάννης Γκιωνάκης, Κώστας Χατζηχρήστος, Ρένα Βλαχοπούλου, Κώστας Βουτσάς, Θανάσης Βέγγος, Γιώργος Κωνσταντίνου και πολλοί άλλοι. 'Αλλωστε, το θέατρο είναι αδιαίρετο και μόνο για να το εξετάζουμε μεθοδικά μπορούμε να διαστέλλουμε τη δραματουργία από τη σκηνική πράξη. Η δυναμική των ηθοποιών μας καθόρισε σε πολλές περιπτώσεις τα όρια και τους όρους της νεοελληνικής δραματουργίας.

  Πέρα, όμως, απ' αυτά τα δεδομένα, για τη μεγάλη επιτυχία και απήχησή τους στο λαϊκό κοινό υπάρχουν και άλλα αίτια. Οι κωμωδίες αυτές, όπως οι περισσότερες κωμωδίες σε όλες τις εποχές, προβάλλουν την εικόνα μιας εποχής, μιας κοινωνίας, τους κυρίαρχους τύπους με τα ήθη και τις αντιλήψεις τους, που συχνά η ιστορική και χρονική συγκυρία διαμορφώνει. Τα θέματα είναι σύγχρονα και γνωστά, οι ήρωες καθημερινοί και οικείοι. ΄Ολοι μαζί συνθέτουν το πορτραίτο του Νεοέλληνα. Η σάτιρα σπάνια προχωρεί βαθιά, τα αίτια για τα κακώς κείμενα δεν ανιχνεύονται, όλα συνήθως τελειώνουν καλά. Ωστόσο, πέρα από το γέλιο, τη διασκέδαση, τη χαλάρωση, είναι πολύ σημαντικό το γεγονός ότι η γνωριμία με μια πραγματικότητα, μέσα από την αναπαράστασή της, προσφέρει στο θεατή και τη δυνατότητα της τελικής αμφισβήτησης.

 Η σχεδόν καθημερινή προβολή τους από την τηλεόραση τις έχει κάνει γνωστές και αγαπητές στις νεότερες γενιές  των Ελλήνων. Στο θλιβερό τηλεοπτικό τοπίο της χυδαιότητας, των αρνητικών προτύπων και του κακού γούστου, αποτελούν μια όαση, καθώς μας χαρίζουν χαμόγελο αλλά και συγκίνηση, μια ανάσα αγνότητας, ανεμελιάς και κυρίως ανθρωπιάς.

                                                                   Τατιάνα Βαφειάδου

Η συντακτική ομάδα

Η μαγεία του παλιού ελληνικού κινηματογράφου

  Η μαγεία του παλιού ελληνικού κινηματογράφου Είτε ασπρόμαυρες είτε έγχρωμες οι ταινίες του ΄50 και του ΄60, ιδιαίτερα οι κωμωδίες, είναι σ...